Με όχημα την Παιδεία για έναν κόσμο χωρίς κάπνισμα

Με όχημα την Παιδεία για έναν κόσμο χωρίς κάπνισμα

▸ Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Εφημερίδα Ελευθερία Ηπείρου.

Στο πεδίο της προάσπισης και βελτίωσης της δημόσιας υγείας και της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου, η προαγωγή της σωματικής και ψυχικής υγείας των παιδιών, των εφήβων καθώς και των οικογενειών τους βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και αποτελεί προτεραιότητα των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αλλά και της Ελληνικής Πολιτείας. 

Με την ευκαιρία λοιπόν της διοργάνωσης του 9ου Πανελλήνιου Μαθητικού Συνεδρίου στα Τρίκαλα από την Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία και το Ερευνητικό Εργαστήριό της, George Behrakis, για την πρόληψη του καπνίσματος, θα επιχειρήσω να θέσω ακόμη μια φορά το σοβαρό ζήτημα της προστασίας του αγαθού της υγείας, σωματικής και ψυχικής, από ποικίλες πηγές κινδύνου, μία από τις οποίες είναι το κάπνισμα, και της αναγκαιότητας της ευαισθητοποίησης σε σχέση με τους σοβαρούς κινδύνους που ελλοχεύουν για την υγεία λόγω του καπνίσματος και της έκθεσης στο παθητικό κάπνισμα. 

Το κάπνισμα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και δύσκολα καταπολεμούμενες εξαρτήσεις. Υπολογίζεται ότι κατά τον 20ό αιώνα έχει προκαλέσει περί τους 100.000.000 θανάτους σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπολογίζεται, επίσης, ότι στις μέρες μας προκαλεί ετησίως 6.000.000 θανάτους παγκοσμίως. Παράλληλα, μία σημαντική παράμετρος είναι η έκθεση των μη καπνιστών στο παθητικό κάπνισμα, η οποία συσχετίζεται με περίπου 600.000 θανάτους ετησίως.

Αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο για την υγεία, και στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της χρήσης προϊόντων καπνού και των συνεπειών της, η Ελλάδα ήδη από το 2005 (Ν. 3420/2005/ΦΕΚ 298Α) έχει κυρώσει τη Σύμβαση-Πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τον Έλεγχο του Καπνού (που υπεγράφη το 2003) και, ακολούθως, έχει υιοθετήσει κανόνες σε σχέση με τον περιορισμό του καπνίσματος.

Παρά τα ελπιδοφόρα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δημοσιεύθηκαν το 2016 και καταγράφουν σε σχέση με τα στοιχεία του 2009 μείωση κατά 14% των καπνιστών και κατά 33% των καπνιστών ηλικίας 16 έως 20 ετών, ωστόσο, η χώρα μας εξακολουθεί να είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες όπου παρατηρούνται υψηλά ποσοστά χρήσης προϊόντων καπνού, ακόμη και στις πολύ νεαρές ηλικίες και, παράλληλα, νοσηρότητας που σχετίζεται με το κάπνισμα.

Υπό το πρίσμα αυτό και στο πλαίσιο της παρούσας κοινωνικοοικονομικής συγκυρίας, η Κυβέρνηση έχει αναλάβει πρωτοβουλίες προς την αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου για το κάπνισμα με επέκταση και στο ηλεκτρονικό τσιγάρο. Έτσι, το 2016 ψηφίστηκε ο Νόμος 4419, που αφορά την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σε σχέση με την παραγωγή, προώθηση, παρουσίαση και πώληση καπνικών προϊόντων, μη καπνιζόμενων προϊόντων καπνού, φυτικών προϊόντων για κάπνισμα αλλά και του ηλεκτρονικού τσιγάρου.

Το ηλεκτρονικό τσιγάρο, μάλιστα, αν και διαφημίζεται ως ένα ασφαλέστερο για την υγεία υποκατάστατο των καπνικών προϊόντων ή ως μια ασφαλής και σταδιακή μέθοδος για τη διακοπή του καπνίσματος, αμφισβητείται σε όλο και περισσότερες μελέτες τόσο ως μέθοδος απεξάρτησης από το κάπνισμα όσο και σε σχέση με την ασφάλειά του για την υγεία. Μεταξύ άλλων, πρέπει να επισημάνουμε έναν σημαντικό κίνδυνο που προκύπτει από τη χρήση του ηλεκτρονικού τσιγάρου, ιδίως για τους νέους: αυτόν της εξοικείωσης με την καπνιστική συμπεριφορά και της έμμεσης εδραίωσης μιας καπνιστικής κουλτούρας, που, ενδεχομένως, οδηγεί στην έναρξη του καπνίσματος και στον εθισμό στη νικοτίνη. 

Βεβαίως, η αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου σε σχέση με το κάπνισμα και το άτμισμα, δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική προσέγγιση στο πρόβλημα. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει μια μακροχρόνια στόχευση της πολιτείας για την πρόληψη, αλλά και την εδραίωση μιας κουλτούρας κατά του καπνίσματος και εν γένει κατά του εθισμού και των εξαρτήσεων, μιας κουλτούρας σεβασμού προς τους άλλους.

Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτεία, και ιδίως το Υπουργείο Υγείας, υποστηρίζει και προωθεί δράσεις για την ευαισθητοποίηση κατά των εξαρτήσεων, και ιδίως του καπνίσματος και του ατμίσματος, και κάνει παρεμβάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση, με συστηματικό τρόπο, τόσο στον γενικό πληθυσμό όσο και, στοχευμένα, σε επιμέρους ηλικιακές ομάδες.

Εναρμονιζόμενο με τη γενικότερη αυτή πολιτική της προστασίας του αγαθού της υγείας και της ευημερίας, το Υπουργείο Παιδείας στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής πολιτικής που διασφαλίζει ένα ενταξιακό και ασφαλές σχολικό περιβάλλον, αγκαλιάζει δράσεις οι οποίες στοχεύουν στην προαγωγή της σωματικής και ψυχικής υγείας και στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών/τριών και σχετίζονται με  την πρόληψη γενικά του εθισμού και των εξαρτήσεων και, ειδικότερα, της χρήσης προϊόντων ή υποκατάστατων καπνού.

Οι δράσεις αυτές μπορούν να αναπτύσσονται ως προέκταση των διδασκόμενων μαθημάτων ή να αποτελούν μέρος των προγραμμάτων αγωγής υγείας που υλοποιούνται στα σχολεία. Επιπλέον, από το σχολικό έτος 2016-2017, στο πλαίσιο υλοποίησης της θεματικής εβδομάδας, προτείνονται ανάλογες δραστηριότητες. 

Οι δράσεις αυτές σχετίζονται με την ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση σε εθνικό επίπεδο εν γένει της σχολικής κοινότητας (μαθητών/τριών, εκπαιδευτικών και γονέων), καθώς και με τη διάχυση καλών πρακτικών. Μέσα δε από αυτές προβάλλονται θετικά πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς για την οικοδόμηση γνώσεων και τη διαμόρφωση στάσεων, συμπεριφορών και αντιλήψεων σε σχέση με θέματα διατροφής, εθισμού και εξαρτήσεων, ταυτότητας, αλλά και σεβασμού της διαφορετικότητας.

Ειδικότερα, η εστίαση σε ζητήματα που σχετίζονται με την ενημέρωση για το κάπνισμα και την ευαισθητοποίηση του μαθητικού πληθυσμού σχετικά με την υιοθέτηση υγιεινού τρόπου ζωής απορρέει από την αναγκαιότητα πρώιμης και έγκαιρης παρέμβασης, και ιδιαίτερα κατά τις αναπτυξιακές φάσεις της προεφηβείας και της εφηβείας.

Προσβλέπει δε στην προάσπιση των αγαθών της ψυχικής και σωματικής υγείας, μέσω μιας ολιστικής και βιωματικής προσέγγισης, με την ενδυνάμωση της κριτικής σκέψης, την προαγωγή της προσωπικότητας, τον σεβασμό προς τον άλλο, τη διαμόρφωση θετικών στάσεων και την παράλληλη αποτροπή από συνήθειες που επιβαρύνουν την υγεία, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.